Σελίδες

οὐ γὰρ δυνάμεθά τι κατὰ τῆς ἀληθείας, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. (Β΄ Κορινθίους 13,8)

16.3.10

ΔΝΤ: Ο "συνήγορος" του διεθνούς κεφαλαίου

Ο συχνά άκρατος δανεισμός των κρατών, ο οποίος συνδέθηκε εσφαλμένα με την κατανάλωση στη θέση των παραγωγικών επενδύσεων, η δεδομένη «αναλγησία» κάποιων κυβερνήσεων, οι οποίες σπαταλούσαν αφειδώς δημόσιους πόρους (αντί να διαχειρίζονται ισοσκελισμένα τα υφιστάμενα έσοδα), η ανάληψη πιστώσεων εκ μέρους των κρατών από τους κερδοσκόπους, «εν απουσία» διακρατικών «ταμείων συνοχής» και τόσα άλλα «λάθη» δημιούργησαν, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, έναν εξαιρετικά επικίνδυνο, απρόσωπο εχθρό - το διεθνές κεφάλαιο, το οποίο απειλεί να τις καταστρέψει ολοσχερώς. Θεωρώντας ότι ο βασικότερος αμυντικός «μηχανισμός» αυτού του Κεφαλαίου είναι το ΔΝΤ, θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε, όσο καλύτερα μπορούμε, κάποιες «ιδιαιτερότητές» του.

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ

Το IMF (International Monetary Fund) είναι ένας «εξειδικευμένος» μηχανισμός των Ηνωμένων Εθνών, συγγενής με τη Διεθνή Τράπεζα, με έδρα την Ουάσινγκτον. Ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1944, ενώ ουσιαστικά ξεκίνησε τη λειτουργία του το Μάρτιο του 1947, σαν αποτέλεσμα των αποφάσεων της διάσκεψης του Bretton Woods, οι οποίες αφορούσαν την «ανοικοδόμηση» του παγκόσμιου οικονομικού «συστήματος».

Στις υπευθυνότητές του συγκαταλέγονται η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας στη νομισματική πολιτική, η επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου, η σταθεροποίηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, η παροχή πιστώσεων, η επιτήρηση της πολιτικής του χρήματος και η προσφορά «τεχνικής» βοήθειας. Το ΔΝΤ έχει σήμερα 186 μέλη-χώρες, το δικαίωμα ψήφου των οποίων καθορίζεται από το μερίδιο τους στα κεφάλαια του «οργανισμού». Οι αποφάσεις του ΔΝΤ οφείλουν να λαμβάνονται με πλειοψηφία 85%, ενώ τα μέλη με τα μεγαλύτερα «μερίδια ψήφου» είναι τα εξής:

Η.Π.Α.: 16,77%

Ιαπωνία: 6,02%

Γερμανία: 5,88%

Γαλλία: 4,86%

Μ. Βρετανία: 4,86%

Κίνα: 3,66%

Το ΔΝΤ απασχολεί 2.700 άτομα υπό την ηγεσία ενός διευθύνοντος συμβούλου (σήμερα του Γάλλου, πρώην υπουργού οικονομικών, κ. D. Strauss-Kahn) ο οποίος, με βάση μία άτυπη συμφωνία μεταξύ των Η.Π.Α. και μερικών ευρωπαϊκών χωρών, οφείλει να είναι πάντοτε Ευρωπαίος. Ο πρώτος «αντικαταστάτης» του αντίθετα (First Deputy Managing Director) είναι πάντοτε αμερικανός – σήμερα ο κ. John Lipsky.

(α) Αντικείμενο και Στόχοι: Όταν ένα μέλος του ΔΝΤ αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τη βοήθεια του «ταμείου». Το ΔΝΤ τότε παρέχει πιστώσεις περιορισμένης διάρκειας στις χώρες που αιτούνται τη συνδρομή του, οι οποίες όμως είναι συνδεδεμένες με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, απαιτείται η άμεση μείωση των δημοσίων δαπανών, ο χαμηλός πληθωρισμός, η αύξηση των εξαγωγών, καθώς επίσης η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Επί πλέον απαιτούνται «διαρθρωτικές αλλαγές», όπως η ιδιωτικοποίηση των «κοινωφελών» δημοσίων επιχειρήσεων (κυρίως των τραπεζών, της ύδρευσης, του ηλεκτρισμού και της επικοινωνίας – προφανώς λοιπόν των εξαιρετικά κερδοφόρων μονοπωλιακών), καθώς επίσης η απόλυση ορισμένων «ομάδων» εργαζομένων.

Η βοήθεια εκ μέρους του ΔΝΤ συνδέεται πολύ συχνά με προϋποθέσεις «Χρηστής Διακυβέρνησης» (Good Governance), όπως για παράδειγμα η καταπολέμηση της διαφθοράς, ο περιορισμός της διαπλοκής κλπ. Οι στόχοι του είναι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας στη νομισματική πολιτική, η σταδιακή επέκταση του παγκοσμίου εμπορίου, η σταθεροποίηση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, η παροχή βραχυπρόθεσμων πιστώσεων για την εξισορρόπηση των ελλειμμάτων, η επιτήρηση της πολιτικής χρήματος, η απελευθέρωση των υφισταμένων διεθνών συναλλαγών από τους κρατικούς περιορισμούς και η παροχή τεχνικής βοήθειας.

(β) Τρόποι επίτευξης των στόχων: Κάθε χώρα-μέλος λαμβάνει μία επονομαζόμενη «στάθμιση», σύμφωνα με την οποία καθορίζονται οι υποχρεώσεις χρηματικής συμμετοχής της στο ταμείο του ΔΝΤ (σε χρυσό, συνάλλαγμα και τοπικό νόμισμα), τα δικαιώματα της σε παροχή πιστώσεων, η βαρύτητα της ψήφου, καθώς επίσης το ύψος των πιστώσεων που μπορεί να απαιτήσει.

Περαιτέρω, όταν ένα κράτος-μέλος βρεθεί σε οικονομική δυσκολία, έχει κατ’ αρχήν τη δυνατότητα να «αιτηθεί» την παροχή πίστωσης εκ μέρους του ΔΝΤ. Η πίστωση αυτή είναι συνδεδεμένη με τις προϋποθέσεις που αναφέραμε προηγουμένως (μείωση των δημοσίων δαπανών κλπ), τις οποίες είναι υποχρεωμένο να τηρήσει.

Από το 1969 και μετά ισχύουν τα ονομαζόμενα «Ειδικά Δικαιώματα Λήψης» («ΕΔΛ» - δικός μας όρος για συντόμευση). Σύμφωνα με αυτά, ένα κράτος-μέλος έχει το δικαίωμα να αγοράσει συνάλλαγμα, με τη μεσολάβηση του ΔΝΤ. Για το συνάλλαγμα αυτό, το κράτος-μέλος πληρώνει με «ΕΔΛ». Το «ΕΔΛ» είναι λοιπόν ένα είδος «παγκοσμίου χρήματος», το οποίο αφορά τη διακίνηση των συναλλαγών των κεντρικών τραπεζών και καθορίζεται ως εξής:

- Τα «ΕΔΛ» προσφέρονται σε συγκεκριμένο ύψος
- Για τα «ΕΔΛ» πρέπει να πληρώνονται τόκοι
- Μέσω των «ΕΔΛ» αυξάνεται σημαντικά η διεθνής ρευστότητα (πιστωτική επέκταση)
- Σε κάθε αύξηση των «ΕΔΛ», ελέγχεται εάν υπάρχει παγκοσμίως ανάγκη εξουδετέρωσης ενδεχόμενων πληθωριστικών τάσεων

Για παράδειγμα, όταν η Τουρκία (αναπτυσσόμενη χώρα) απευθύνεται στο ΔΝΤ, επειδή χρειάζεται συνάλλαγμα για την πληρωμή των υποχρεώσεών της, τότε το ΔΝΤ ορίζει μία χώρα – για παράδειγμα τις Η.Π.Α.- με υψηλά συναλλαγματικά αποθέματα. Η χώρα αυτή τότε (οι Η.Π.Α.) πουλάει στην Τουρκία συνάλλαγμα, λαμβάνοντας έναντι αυτού «ΕΔΛ».

(γ) «Εξάρτηση»: Αρχικά το ΔΝΤ ήταν «προγραμματισμένο» έτσι ώστε, όταν μία χώρα-μέλος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, να έχει αυτόματα το δικαίωμα να λάβει ΔΝΤ-πιστώσεις. Ουσιαστικά λοιπόν ήταν ένα πραγματικό ταμείο συνοχής, το οποίο εξασφάλιζε πιστώσεις στα κράτη που τις είχαν ανάγκη - χωρίς να απαιτείται η ανάληψη δανείων εκ μέρους τους από τους διεθνείς κερδοσκόπους, με τοκογλυφικά επιτόκια.

Μετά τον πόλεμο της Κορέας όμως, η μεγάλη αύξηση των ενεργειακών τιμών δημιούργησε κρίσεις στα ισοζύγια πληρωμών πολλών χωρών. Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο «εισήχθη» η «εξάρτηση» - δηλαδή, τα κράτη δεν είχαν πλέον το δικαίωμα να ζητήσουν ΔΝΤ-πιστώσεις, εάν δεν τις συνέδεαν με την ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων, όπως για παράδειγμα τότε την «απελευθέρωση» των συναλλαγματικών ελέγχων και την εξουδετέρωση των εμπορικών περιορισμών.

Επίσης έπαψαν να χορηγούνται «εφ άπαξ» πιστώσεις (αρχικά με το ΔΝΤ-δάνειο στη Χιλή το 1956 και στην Ταϊτή το 1958), με την έννοια ότι η συνολική χρηματοδότηση παρεχόταν «με δόσεις» - οι οποίες εξαρτιόταν πλέον τόσο από τη λήψη των μέτρων, όσο και από τα αποτελέσματα τους στην οικονομία της εκάστοτε χώρας.

Η «εξάρτηση» ήταν μία πρωτοβουλία των Η.Π.Α., η οποία στην αρχή δεν έγινε αποδεκτή από άλλα κράτη-μέλη, τα οποία είχαν την άποψη ότι οι ΔΝΤ-πιστώσεις ήταν δικαίωμα των μελών, σύμφωνα με την ιδρυτική συμφωνία του ΔΝΤ (Articles of Agreement). Εν τούτοις, ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του ΔΝΤ (Η.Π.Α.) έθετε πάντοτε «βέτο», όταν οι αιτήσεις των κρατών-μελών για πίστωση δεν «συνέπλεαν» με την ιδέα της «εξάρτησης». Το γεγονός αυτό οδήγησε τα μέλη του ΔΝΤ να απευθύνονται κατ’ αρχήν στις Η.Π.Α. και όχι στο ΔΝΤ, όταν ήθελαν να ζητήσουν πιστώσεις. Έτσι, η αρχή της «εξάρτησης» ίσχυσε πρακτικά, παρά τις αντιρρήσεις πολλών κρατών-μελών του ΔΝΤ.

(δ) Πιστωτές: Μέχρι το 1977, πιστωτές του ΔΝΤ ήταν τόσο οι αναπτυσσόμενες χώρες, όσο και οι βιομηχανικές – για παράδειγμα, η Μ. Βρετανία ήταν ανέκαθεν ένας από τους μεγαλύτερους. Έως τότε η «εξάρτηση» δεν χρησιμοποιούταν, όσον αφορά τη Μ. Βρετανία, η οποία ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ΔΝΤ. Το γεγονός όμως αυτό άλλαξε μετά την πολλαπλή υποτίμηση της Στερλίνας, όπου για πρώτη φορά το ΔΝΤ συνέδεσε την παροχή δανείου (stand-by-credit που ζητήθηκε από τη Μ. Βρετανία το 1977), με την ανάληψη σημαντικών δεσμεύσεων εκ μέρους της - όπως για παράδειγμα τον περιορισμό των κοινωνικών δαπανών και την κατάργηση των ελέγχων στις εισαγωγές.

Από τη στιγμή εκείνη και μετά το ΔΝΤ θεωρήθηκε σαν η τελευταία λύση για την αναζήτηση πιστώσεων, επειδή σήμαινε αυτόματα την ανάμιξη μίας χώρας (κυρίως των Η.Π.Α.) στα εσωτερικά ζητήματα κάποια άλλης (απώλεια της Εθνικής κυριαρχίας). Έκτοτε έπαψαν να αιτούνται τη βοήθεια του οι βιομηχανικές χώρες, οι οποίες δεν ήθελαν προφανώς την ανάμιξη των Η.Π.Α. στα εσωτερικά τους θέματα.

Ουσιαστικά λοιπόν, το ΔΝΤ μετατράπηκε σε ένα «μηχανισμό ελέγχου», στην υπηρεσία των ανεπτυγμένων χωρών – του «πρώτου κόσμου», εις βάρος του «τρίτου». Σύμφωνα δε με το μεγαλύτερο επικριτή του ΔΝΤ, τον κ. J. Stiglitz, ο οργανισμός αυτός είναι ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός επιβολής της «Αμερικανικής συναίνεσης», των δέκα εντολών δηλαδή που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου - προφανώς όργανο επιβολής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

(ε) Απόψεις και παραδείγματα: Ουσιαστικά θεωρείται πως το ΔΝΤ, όταν αποφασίζει να «βοηθήσει» κάποια χώρα που «αιτείται» τη συνδρομή του, έχει σαν κύριο στόχο την εξασφάλιση των πιστωτών της – ιδιαίτερα των τραπεζών και δη των αμερικανικών. Πρόκειται λοιπόν για ένα «σύνδικο πτώχευσης», ο οποίος δεν ασχολείται καθόλου με την δημιουργία προϋποθέσεων παραγωγής πλούτου, στη χώρα που αναμιγνύεται. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την «ποιότητα» των μέτρων που προτείνει, πόσο μάλλον από το ότι δεν «υπεισέρχεται» καν στη διαδικασία να προσαρμόσει τα μέτρα στις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε χώρας - ακολουθώντας σταθερά την ίδια πολιτική για όλες ανεξαιρέτως.

Η πλέον αντιπροσωπευτική καταστροφή που προκάλεσαν οι συνεργάτες του ΔΝΤ σε μία χώρα είναι αυτή της Αργεντινής, στην οποία επέβαλλαν μία οικονομική και χρηματοπιστωτική πολιτική που εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα συμφέροντα των ξένων τραπεζών (των αμερικανικών εν προκειμένω). Το ΔΝΤ εξανάγκασε την κυβέρνηση της χώρας να μειώσει μαζικά τις δαπάνες στην Παιδεία, στην Υγεία και στην κοινωνική περίθαλψη (συντάξεις κλπ), να απελευθερώσει τις εισαγωγές, να ιδιωτικοποιήσει όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, να μειώσει κάθε είδους παροχές και τόσα πολλά άλλα, που είναι αμφίβολο εάν ποτέ μπορέσει η Αργεντινή να επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα.

Όπως συζητείται ευρύτερα, κάθε φορά που ένας υπουργός κάποιας χώρας πηγαίνει στην Ουάσινγκτον, για να ζητήσει «γονυπετής» την καθυστέρηση της πληρωμής κάποιας δόσης δανείου, οι «γύπες» του ΔΝΤ αποσπούν ακόμη ένα κομμάτι από τις σάρκες της χώρας του – κάποια βιομηχανία δηλαδή από τον ιδιωτικό ή από το δημόσιο τομέα της. Η μέθοδος είναι πάντοτε η ίδια: Το ΔΝΤ απαιτεί (και επιβάλλει) την πώληση μίας εταιρείας ενός κερδοφόρου τομέα της χώρας, σε μία πολυεθνική επιχείρηση (κατά προτίμηση αμερικανική) - αφήνοντας τελικά στο κράτος όλες τις ζημιογόνες, γεγονός που φυσικά το οδηγεί στην υποδούλωση και εξαθλίωση των Πολιτών του.

Ένα δεύτερο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη ασιατική κρίση, όπου μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες έμειναν εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι - από τη Νότια Κορέα μέχρι την Ινδονησία. Το ΔΝΤ, όταν ζητήθηκε η βοήθεια του για να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση (η οποία διογκώθηκε μετά την γνωστή ανάμιξη των διεθνών κερδοσκόπων, όπως του G. Soros), επέβαλε σε όλες τις χώρες αυστηρή δημοσιονομική/συναλλαγματική «πειθαρχία», δραστική μείωση των κοινωνικών δαπανών και περιορισμό των επιχειρηματικών πιστώσεων.

Φυσικά ή ύφεση ήταν «εκρηκτική», η ανεργία εκτινάχθηκε στα ύψη, τα φάρμακα στα νοσοκομεία εξέλειψαν εντελώς, χιλιάδες άνθρωποι έμειναν στο δρόμο, ενώ η πείνα και ο υποσιτισμός κατέστρεψαν εντελώς μεγάλες κοινωνικές ομάδες. Ένας ολόκληρος τομέας της μεσαίας εισοδηματικής τάξης, η οποία είχε αναπτυχθεί κατά τη δεκαετία του 1980, σχεδόν εξαφανίσθηκε. Ως συνήθως, οι τάξεις που υπέφεραν περισσότερο ήταν οι χαμηλότερες εισοδηματικές, οι οποίες στην κυριολεξία έμειναν χωρίς καμία κρατική μέριμνα – πάντοτε με εντολές του ΔΝΤ.

(από άρθρο του Βασίλη Βιλιάρδου
στο sofokleous10.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια: