οὐ γὰρ δυνάμεθά τι κατὰ τῆς ἀληθείας, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. (Β΄ Κορινθίους 13,8)

22.2.10

Οι έξωθεν και οι έσωθεν κερδοσκόποι

Tου Χρήστου Γιανναρά

Η παρακμή μιας κοινωνίας συνοδεύεται, σχεδόν πάντοτε, από την προσπάθεια των παρηκμασμένων να μεταθέσουν σε άλλους τις ευθύνες και την ενοχή για την παρακμή τους. Είναι φυσικό. «Η υπεράσπιση του εγώ μας πεθαίνει ένα τέταρτο μετά τον θάνατό μας». Οι άνθρωποι δεν αντέχουμε την αποτυχία μας, ο ψυχισμός μας ορμέμφυτα την αρνείται. Πρέπει, οπωσδήποτε, κάποιοι άλλοι να φταίνε για τη δική μας παρακμή – άνθρωποι, συγκυρίες, διεθνείς παράγοντες. Η αυτεπίγνωση λαθών, αστοχημάτων, ανικανότητας είναι σπάνιο ατομικό κατόρθωμα και σχεδόν ποτέ συλλογικό. Η προσπάθεια, ψυχολογικά ανεπίγνωστη και αντανακλαστικά αυτονόητη, να επιρρίψουμε σε άλλους την ευθύνη της δικής μας παρακμής, γεννάει και το σύμπτωμα που εύστοχα ονομάστηκε «συνωμοσιολογία»: Κάποιοι σίγουρα συνωμοτούν εναντίον μας, μεθοδεύουν και επιδιώκουν την ιστορική μας εξαφάνιση, μας πολεμούν ύπουλα και πονηρά. Μόνον έτσι δικαιολογούμε τον εκπεσμό μας, την κρατική μας διάλυση, τον εκφαυλισμό μας, την κυρίαρχη ανικανότητα και αναξιοκρατία, τον διεθνή διασυρμό μας.

Θα άξιζε μια στατιστική απογραφή του ποσοστού των Ελληνωνύμων σήμερα που είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι για την οικονομική χρεοκοπία του κράτους μας, για τη διάλυση και καταρράκωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, τη θλιβερή αγλωσσία μας, το μπάχαλο της δημόσιας διοίκησης, την ολέθρια ανικανότητα και ιδιοτέλεια των πολιτικών μας, την ανομία και την ξέφρενη βία στις μεγαλουπόλεις μας, για όλα, φταίνε άλλοι: Οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ, οι Εβραίοι (άγνωστο γιατί), το Βατικανό (επειδή «μισεί» τους Ορθοδόξους), κάποιες αλλοεθνείς «μυστικές υπηρεσίες» (ΜΙΤ, Μοσάντ, CIA), οι διεθνείς μαφίες κερδοσκόπων. Οι συνωμοσιολόγοι δεν μπορούν (δεν έχουν τη νοητική διαύγεια) να δουν τα προφανή και απλούστατα, επιμένουν να φαντάζονται τα περίπλοκα και αναπόδεικτα. Προφανές και απλό είναι ότι κάθε οργανωμένη συλλογικότητα θέλει να προωθήσει, στον στίβο του διεθνούς ανταγωνισμού, τα δικά της συμφέροντα. Και φυσικά εκμεταλλεύεται τους αδύναμους ή ανίκανους ανταγωνιστές της, ίσως και να μεθοδεύει, αν της προσφέρονται ευκαιρίες, την επιδείνωση της ανικανότητάς τους, το ξεγύμνωμα των αδυναμιών τους. Αλλά οι όροι αυτοί του ανταγωνισμού είναι κοινοί για όλους στον διεθνή στίβο, και θα είναι ίδιοι πάντοτε – «έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή» (όσο η φύση των ανθρώπων θα είναι αυτή που είναι). Επομένως οι συμφεροντολογικές δολιότητες κυβερνήσεων, οικονομικών παραγόντων, μυστικών υπηρεσιών ή όποιων άλλων είναι φυσικό να εκμεταλλεύονται την παρακμή μιας οργανωμένης σε κράτος κοινωνίας, αλλά δύσκολο, ίσως και αδύνατο, να προκαλέσουν την παρακμή.

Εκτός από τους συνωμοσιολόγους, η παρακμή γεννάει και ένα άλλο, στους αντίποδες, έκτρωμα: Ανθρώπους έτοιμους να πουλήσουν διευκολύνσεις στον οποιονδήποτε, ορεγόμενο να εκμεταλλευτεί την παρακμή της χώρας τους, ισχυρό αλλοδαπό. Η παροχή διευκολύνσεων γίνεται με ωμά, χυδαία ανταλλάγματα (σπανιότερα με χρήμα, συχνότερα με έξωθεν υποστήριξη για την κατάκτηση επιφανών εγχώριων «πόστων» εξουσιαστικής ισχύος ή για την εξασφάλιση προνομιακής δημόσιας προβολής). Γίνεται η παροχή διευκολύνσεων και χωρίς ανταλλάγματα: από συμπλεγματικούς που κολακεύονται να εκλαμβάνουν το πρακτοριλίκι σαν «κοσμοπολιτισμό», δείγμα «εκσυγχρονισμού», επιδεικτικής απαλλαγής τους από τη μειονεξία του επαρχιώτη που κουβαλάνε στην ψυχή τους. Ο συνδυασμός των δύο (φτηνής ιδιοτέλειας και συμπλεγμάτων επαρχιωτικής μειονεξίας) αναδείχνει κορυφαίους σε επιδόσεις αρνησιπατρίας τους καριερίστες της «ανανεωτικής» τάχα και Αριστεράς. Με το πρόσχημα της εμμονής στον μαρξιστικό διεθνισμό πουλάνε ανενδοίαστα εκδουλεύσεις στη διεθνώς ηγεμονεύουσα σήμερα φιλοδοξία «Νέας Τάξης» πραγμάτων (δηλαδή αγορών). Προπαγανδίζουν με ζηλωτικό φανατισμό το μοντέλο της «πολυπολιτισμικής» κοινωνίας, αρνούνται κάθε κριτήριο πολιτισμικής συμβατότητας για την παροχή ελληνικής ιθαγένειας σε όσους παράνομα και εκβιαστικά εισέρχονται στη χώρα. Κηρύχνουν παθιασμένα το εθνικό κράτος «ξεπερασμένο» και ιδεολόγημα τον στόχο της κοινωνικής συνοχής. Μάχονται, με νύχια και με δόντια, να επιβάλουν στανικά την κατασυκοφάντηση (ή την αγνόηση) της ιστορίας και του πολιτισμού των Ελλήνων στο ελληνικό σχολείο, στον πολιτικό λόγο, στην τηλεοπτική χειραγώγηση του λαού – να καταστήσουν την αρνησιπατρία κυρίαρχη εξουσιαστική ιδεολογία.

Είτε συμπλεγματικοί είτε συμφεροντοσκόποι, οι θιασώτες του αφασικού «πλουραλισμού», αν και με καταγωγική εξάρτηση από τον μαρξιστικό διεθνισμό, συγκροτούν σήμερα την πιο πειθαρχημένη σε ομογνωμία και ομογλωσσία παράταξη που καλύπτει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα: από την άκρα Δεξιά (τη νεοφιλελεύθερη) ώς την εκτός Περισσού παρδαλότροπη Αριστερά. Η εξουσιαστική ισχύς αυτής της (κοινωνικά περιθωριακής) παράταξης είναι προκλητικά δυσανάλογη με το αριθμητικό μέγεθός της και τα ουσιαστικά προσόντα των ανθρώπων που τη συγκροτούν. Πώς γίνεται να στελεχώνουν και να ελέγχουν, με κάθε κυβέρνηση, το υπουργείο Παιδείας και τους νευραλγικότερους εκπαιδευτικούς θεσμούς, τα πιο κρίσιμα πόστα τηλεοπτικής «ενημέρωσης», την εμφατικότερη προβολή και αποκλειστική εκπροσώπηση της ελληνικής «ιντελιγκέντσιας» στον Τύπο; Επιτρέπουν στους «συνωμοσιολόγους» να υποθέτουν τον «ξένο παράγοντα» δικτυωμένον ώς τις πιο απίθανες πτυχές των κέντρων εξουσίας στην Ελλάδα.

Σίγουρα οι «συνωμοσιολόγοι» φαντάζονται και υπερβάλλουν, θέλουν η ευθύνη για την παρακμή μας να είναι στους ξένους. Αλλά οι λαβές που τους δίνουν οι πανίσχυροι αρνησιπάτριδες δεν είναι λίγες ούτε ευκαταφρόνητες: Υπερασπίζουν με πάθος το «δικαίωμα» των Σκοπιανών να «αυτοκαθορίζονται», έστω και πλαστογραφώντας την Ιστορία, για να προωθήσουν επιθετικό αλυτρωτισμό. Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι «ο δικός μας εθνικισμός, η δική μας πατριδοκαπηλία, ο σκοταδισμός μας, όλα αυτά που εμποδίζουν να κατανοήσουμε την εποχή μας». Να ψηφίσουμε λοιπόν, άνευ όρων, την είσοδο της «Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ, την είσοδο της Τουρκίας στην Ε. Ε.

Να καταργήσουμε τη διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας – είναι περιττή, ξένη γλώσσα. Να πάψουμε να διδάσκουμε στην Ιστορία γεγονότα που συντηρούν έχθρητα ή αντιπάθεια για τους γείτονές μας, να ξεχάσουμε ήρωες πολέμων, να προβάλλουμε στα παιδιά ήρωες «κοινωνικών διεκδικήσεων». Ούτε εικόνες ούτε προσευχές, καμιά μετάγγιση της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων στα παιδιά – η «αποδόμηση» προκαταλήψεων είναι προϋπόθεση για να λειτουργήσει η ελευθερία των ατομικών επιλογών, ελευθερία της αγοράς. Τελικά η παρακμή είναι «λουκούμι» και για ξένα συμφέροντα και για το ντουέτο αρνησιπάτριδων και συνωμοσιολόγων.